Μίκουιν

εραστής

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

εραστής

  • e.ɾaˈstis

Από πού έρχεται

εραστής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐραστής (που αγαπάει με πάθος) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική amant )

ουσιαστικό εραστής · εραστές · εραστή · εραστών

  1. που διατηρεί παράνομες ή ανεπίσημες σχέσεις με κάποιο άτομο αγαπητικός / αγαπητικιά, γκόμενος / γκόμενα, ερωμένος / ερωμένη
  2. που αγαπάει κάποιο άτομο
  3. broadly, κατ’ επέκταση που αγαπάει πολύ κάτι Ο Χ / η Χ είναι εραστής της τέχνης (και για τα δύο γένη)
  4. που δραστηριοποιείται έντονα στον σεξουαλικό τομέα ※ Σαν γνήσιος λατίνος εραστής, την αδυναμία του για το ωραίο φύλο ουδέποτε την έκρυψε. Θαυμάζει την ομορφιά και το φωνάζει, αρνείται όμως κατηγορηματικά την οποιαδήποτε παρεκτροπή. (@tovima.gr)

Στα αγγλικά

  • lover one who loves another person
  • paramour person with whom one has an illicit or secret affair; one with whom a married pe
  • sweetheart a person very much liked or loved by someone — see also darling, cutie

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"εραστής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εραστής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82

Chicago

"εραστής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εραστής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}