εργολάβος
Ελληνικά
AI आसान शब्दों में
एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…
नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।
εργολάβος¹
- eɾ.ɣoˈla.vos
यह कहाँ से आया
εργολάβος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐργολάβος
:* για το γλυκό < άγνωστης ετυμολογίας
संज्ञा εργολάβος · εργολάβοι · εργολάβου · εργολάβων · εργολάβο · εργολάβους
- πρόσωπο που συμβάλλεται με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση ολόκληρου του έργου ή τμήματός του, ανεξάρτητα από την ιδιότητα με την οποία φέρεται ασφαλισμένος σε ασφαλιστικό οργανισμό. ※ Ο εργολάβος, αφού συμβουλεύτηκε το φασαριόζικο μηχάνημά του, που με τα διαολεμένα επαναλαμβανόμενα βουητά του σε έκανε να σκέφτεσαι ότι κάτω από τα πόδια σου κρύβεται ολόκληρος λόχος με τον εξοπλισμό του, υπέδειξε με την ίδια βεβαιότητα νέο σημείο λίγα μέτρα πιο πέρα. (Κωνσταντίνος Τζαμιώτης, Θα π
- στα δημόσια έργα ο ανάδοχος, όπως αυτός ορίζεται στο άρθρο 3 του ν.1418/84 ([Π.Δ. 305/96]).
- γλύκισμα με αμύγδαλα
- εραστής
Εργολάβος²
यह कहाँ से आया
Εργολάβος < εργολάβος
व्यक्तिवाचक संज्ञा Εργολάβος · Εργολάβου · Ergolavos
- ανδρικό επώνυμο
अंग्रेज़ी में
- entrepreneur person who organizes a risky activity of any kind and acts substantially in the
- contractor A person or company that constructs or improves buildings or structures
इस शब्द पर बात करें "εργολάβος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%BF%CE%BB%CE%AC%CE%B2%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. εργολάβος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%BF%CE%BB%CE%AC%CE%B2%CE%BF%CF%82 "εργολάβος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%BF%CE%BB%CE%AC%CE%B2%CE%BF%CF%82.उद्धृत करें
@misc{micwyn_2026,
title = {εργολάβος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%BF%CE%BB%CE%AC%CE%B2%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}