εργονομία
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εργονομία
- eɾ.ɣo.noˈmi.a
Where it comes from
εργονομία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική ergonomics ή από τη γαλλική ergonomie < ergo- (εργο- < αρχαία ελληνική ἔργον) + -nomics/-nomie (-νομία < αρχαία ελληνική νόμος)
noun εργονομία · εργονομίες · εργονομίας · εργονομιών
- η επιστήμη που ασχολείται με τις επιδράσεις του εργασιακού (ή άλλου) περιβάλλοντος στους ανθρώπους καθώς και τις μεθόδους βελτίωσης αυτών των συνθηκών
- σχεδίαση ενός αντικειμένου ή του περιβάλλοντος χώρου με τρόπο που να εξυπηρετεί καλύτερα τον άνθρωπο ※ Τα ρομποτικά συστήματα που παρουσιάστηκαν τελευταία μπορεί να υπερνικήσουν τις παραπάνω δυσκολίες, καθώς παρέχουν καλύτερη όραση τριών διαστάσεων, αυξημένους βαθμούς ελευθερίας, καλύτερη εργονομία και δυνατότητα για κινήσεις των εργαλείων σε κλίμακα πάνω και κάτω, διευκολύνουν το συντονισμό ματιού
In English
- ergonomics science of the design of equipment
Talk about this word "εργονομία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. εργονομία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CE%B1 "εργονομία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εργονομία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}