ερεβώδης

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ερεβώδης

  • e.ɾeˈvo.ðis

Where it comes from

ερεβώδης < ελληνιστική κοινή ἐρεβώδης < αρχαία ελληνική ἔρεβος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁régʷos (έρεβος, σκότος)

adjective ερεβώδης · ερεβώδες · ερεβώδους

  1. literally, κυριολεκτικά πολύ σκοτεινός (σαν το έρεβος) ※ Αλλ’ ήδη εις τα ερεβώδη / λουτρά βαθέα της δύσεως / του λαμπρού βασιλέων / των αέρων εβούτησεν / η εσχάτη ακτίνα. (Ανδρέας Κάλβος, Η Βρετανική Μούσα)

    Similar: κατασκότεινος

  2. figuratively, μεταφορικά μοχθηρός, κακός, σκοτεινός ※ Διαφορετικά δεν θα είχε αποκαλυφθεί αυτή η ερεβώδης πλευρά του «δυτικού πολιτισμού». Η Ελλάδα διεκδικεί δυστυχώς σημαντικό μερίδιο από την παγκόσμια κληρονομιά των βασανιστηρίων. Βασανιστήρια δεν εφαρμόστηκαν μόνο στη σχετικά πρόσφατη δικτατορία των συνταγματαρχών, αλλά και πολύ παλαιότερα, ιδίως

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ερεβώδης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B5%CE%B2%CF%8E%CE%B4%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ερεβώδης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B5%CE%B2%CF%8E%CE%B4%CE%B7%CF%82

Chicago

"ερεβώδης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B5%CE%B2%CF%8E%CE%B4%CE%B7%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ερεβώδης},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B5%CE%B2%CF%8E%CE%B4%CE%B7%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}