ερεβώδης
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ερεβώδης
- e.ɾeˈvo.ðis
Where it comes from
ερεβώδης < ελληνιστική κοινή ἐρεβώδης < αρχαία ελληνική ἔρεβος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁régʷos (έρεβος, σκότος)
adjective ερεβώδης · ερεβώδες · ερεβώδους
-
πολύ σκοτεινός (σαν το έρεβος)
※ Αλλ’ ήδη εις τα ερεβώδη / λουτρά βαθέα της δύσεως / του λαμπρού βασιλέων / των αέρων εβούτησεν / η εσχάτη ακτίνα. (Ανδρέας Κάλβος, Η Βρετανική Μούσα)
Similar: κατασκότεινος
- μοχθηρός, κακός, σκοτεινός ※ Διαφορετικά δεν θα είχε αποκαλυφθεί αυτή η ερεβώδης πλευρά του «δυτικού πολιτισμού». Η Ελλάδα διεκδικεί δυστυχώς σημαντικό μερίδιο από την παγκόσμια κληρονομιά των βασανιστηρίων. Βασανιστήρια δεν εφαρμόστηκαν μόνο στη σχετικά πρόσφατη δικτατορία των συνταγματαρχών, αλλά και πολύ παλαιότερα, ιδίως
In English
- black without light
Talk about this word "ερεβώδης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B5%CE%B2%CF%8E%CE%B4%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ερεβώδης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B5%CE%B2%CF%8E%CE%B4%CE%B7%CF%82 "ερεβώδης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B5%CE%B2%CF%8E%CE%B4%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ερεβώδης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B5%CE%B2%CF%8E%CE%B4%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}