ερεθιστικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ερεθιστικός

  • e.ɾe.θi.stiˈkos

Where it comes from

ερεθιστικός < αρχαία ελληνική ἐρεθιστικός < ἐρεθίζω

adjective ερεθιστικός · ερεθιστική · ερεθιστικό · ερεθιστικού · ερεθιστικής

  1. που έχει σχέση με ερεθισμό, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον προκαλεί ※ Είχε ενημερωθεί δίχως αμφιβολία η οιονεί πεθερά μου ακόμα και για τη ροπή μου προς την ουρολαγνεία, που άλλοτε την έβρισκε η Σύνθια σιχαμένη και άλλοτε ερεθιστική. (Χρήστος Χωμενίδης, Ο κόσμος στα μέτρα του, εκδ. Πατάκης, 2016)

Talk about this word

Cite this
MLA

"ερεθιστικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B5%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ερεθιστικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B5%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"ερεθιστικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B5%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ερεθιστικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B5%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}