ερευνητικός
Ελληνικά
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
ερευνητικός
Откуда оно
ερευνητικός < ελληνιστική κοινή ἐρευνητικός < ἐρευνητής < αρχαία ελληνική ἐρευνάω < ἔρευνα
прилагательное ερευνητικός · ερευνητική · ερευνητικό · ερευνητικού · ερευνητικής
- που έχει σχέση με την έρευνα ή αναφέρεται σ’ αυτή
Обсудить это слово "ερευνητικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%85%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ερευνητικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%85%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "ερευνητικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%85%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {ερευνητικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B5%CF%85%CE%BD%CE%B7%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}