ερημητήριο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ερημητήριο
Where it comes from
ερημητήριο < (καθαρεύουσα) ερημητήριον < ερημίτης + -τήριον (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική ermitage < ermite < λατινικά eremita < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἔρημος)
noun ερημητήριο · ερημητήρια · ερημητηρίου · ερημητήριου · ερημητηρίων
-
το μέρος όπου αποσύρεται ένας ερημίτης
Similar: ασκηταριό, ασκητήριο, αναχωρητήριο, ησυχαστήριο
-
το μέρος όπου αποσύρεται κάποιος για να απομονωθεί από τον κόσμο
※ Το σπίτι του ήταν σωστό ερημητήριο, αφού, αν εξαιρεθεί η ετήσια οικογενειακή εισβολή, δεν τον επισκεπτόταν ποτέ κανείς. (Απόστολος Δοξιάδης (1992) Ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ [μυθιστόρημα])
Similar: ησυχαστήριο
In English
- hermitage dwelling place of hermit
Talk about this word "ερημητήριο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. ερημητήριο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF "ερημητήριο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ερημητήριο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}