ερημοποίηση
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ερημοποίηση
Where it comes from
ερημοποίηση < μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική desertification. Μορφολογικά αναλύεται σε έρημ(ος) + -ο- + -ποίηση
noun ερημοποίηση · ερημοποιήσεις · ερημοποίησης · ερημοποιήσεων
- η σταδιακή μετατροπή μιας εύφορης περιοχής σε έρημο Αποφάσισαν να τη θυμούνται στις 17 Ιουνίου, την ημέρα που τα Ηνωμένα Έθνη ψήφισαν στο Παρίσι τη Διεθνή Σύμβαση για την Καταπολέμηση της Ερημοποίησης και της Ξηρασίας το 1994. Είκοσι δύο χρόνια μετά, και 20 χρόνια από την έναρξη εφαρμογή της Σύμβασης (1996), η ερημοποίηση παραμένει μια σημαντική περι
Similar: απερήμωση
Thesaurus
noun
Similar: απερήμωση
In English
- desertification process by which a region becomes a desert
Talk about this word "ερημοποίηση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. ερημοποίηση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7 "ερημοποίηση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ερημοποίηση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}