εσάρπα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εσάρπα

  • eˈsaɾ.pa

Where it comes from

εσάρπα < (λόγιο δάνειο) γαλλική écharpe. Ζεύγος: σάρπα.

noun εσάρπα · εσάρπες · εσάρπας

  1. ενδυμασία γυναικείο ρούχο φτιαγμένο από πλεκτό ύφασμα, συχνά σε σχήμα τριγώνου, που φοριέται πάνω σε μπλούζα, φόρεμα κλπ. και καλύπτει την πλάτη και τους ώμους ※ Η κασμιρένια εσάρπα της, που η άκρη της άγγιζε το έδαφος, άφηνε να φαίνονται από τα πλάγια τα μεγάλα βολάν ενός μεταξωτού φορέματος και το χοντρό μανσόν που έκρυβε τα χέρια της και που το ακουμπούσε στο στήθος της ήταν τυλιγμένο μέσα σε τόσο επιδέξια τακτοποιημένες πτυχές, που το μάτι, όσο απαιτητ

Talk about this word

Cite this
MLA

"εσάρπα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%83%CE%AC%CF%81%CF%80%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εσάρπα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%83%CE%AC%CF%81%CF%80%CE%B1

Chicago

"εσάρπα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%83%CE%AC%CF%81%CF%80%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εσάρπα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%83%CE%AC%CF%81%CF%80%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}