εστία

Ελληνικά · Visawe na vinyume

AI Kwa maneno rahisi

Inaandika maelezo mafupi…

Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.

εστία¹

  • eˈsti.a

Limetoka wapi

εστία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἑστία < προελληνική (ή < ἵστημι) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική foyer)

nomino εστία · εστίες · εστίας · εστιών

  1. formal, λόγιο τζάκι
  2. broadly, κατ’ επέκταση οικία οικογένειας
  3. broadly, κατ’ επέκταση πατρίδα ή τόπος καταγωγής ή κατοικίας
  4. κτήριο που στεγάζει ομάδες ανθρώπων (π.χ. φοιτητές) ή σχετικό ίδρυμα ※ Αυτή τη στιγμή, η Φοιτητική Εστία του Πολυτεχνείου μπορεί να στεγάσει 78 φοιτητές, δηλαδή μόλις το 2% του συνόλου ων φοιτητών και επομένως πολύ λιγότερους απ' όσους έχουν ανάγκη. Σήμερα, οι αιτήσεις έχουν τριπλασιαστεί και το Πολυτεχνείο αδυνατεί να στηρίξει τους φοιτητές του οικονομικά, έχοντας χ
  5. το σημείο ή ο τόπος όπου εμφανίζεται συγκεντρωμένο ένα γεγονός ή μια δραστηριότητα, που μπορεί να εξαπλωθεί και ευρύτερα
  6. τεχνολογία το τμήμα μιας ηλεκτρικής ή άλλης συσκευής το οποίο θερμαίνεται, συμβάλλοντας στο μαγείρεμα ή άλλη σχετική διαδικασία ※ Είναι δύσκολο όμως να συναντήσει κανείς διακοσμητή που θα σχεδιάσει μια κουζίνα χωρίς τις εστίες και τον φούρνο για την παρασκευή των γευμάτων, χωρίς ηλεκτρικό ψυγείο, χωρίς ειδικούς αποθηκευτικούς χώρους κ.ά. (εφημερίδα Το Βήμα, 19/7/1998)
  7. φυσική το σημείο όπου εστιάζονται ακτίνες φωτός
  8. figuratively, μεταφορικά το κέντρο μιας δραστηριότητας
  9. αθλητισμός το μέρος ενός γηπέδου όπου βρίσκεται η κατασκευή με δοκάρια και δίχτυα και που, όταν περάσει η μπάλα στο εσωτερικό της σημειώνεται γκολ

    Yanayofanana: τέρμα, γκολπόστ

Εστία²

Limetoka wapi

Εστία < αρχαία ελληνική Ἑστία

nomino ya pekee Εστία

  1. ελληνική μυθολογία θεά της εστίας, της οικιακής ζωής και της οικογένειας
  2. ένας αστεροειδής
  3. αρχαίο γυναικείο όνομα θεάς

Kwa Kiingereza

Zungumza kuhusu neno hili

Nukuu
MLA

"εστία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εστία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B1

Chicago

"εστία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εστία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}