εστία
Ελληνικά · Visawe na vinyume
AI Kwa maneno rahisi
Inaandika maelezo mafupi…
Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.
εστία¹
- eˈsti.a
Limetoka wapi
εστία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἑστία < προελληνική (ή < ἵστημι) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική foyer)
nomino εστία · εστίες · εστίας · εστιών
- τζάκι
- οικία οικογένειας
- πατρίδα ή τόπος καταγωγής ή κατοικίας
- κτήριο που στεγάζει ομάδες ανθρώπων (π.χ. φοιτητές) ή σχετικό ίδρυμα ※ Αυτή τη στιγμή, η Φοιτητική Εστία του Πολυτεχνείου μπορεί να στεγάσει 78 φοιτητές, δηλαδή μόλις το 2% του συνόλου ων φοιτητών και επομένως πολύ λιγότερους απ' όσους έχουν ανάγκη. Σήμερα, οι αιτήσεις έχουν τριπλασιαστεί και το Πολυτεχνείο αδυνατεί να στηρίξει τους φοιτητές του οικονομικά, έχοντας χ
- το σημείο ή ο τόπος όπου εμφανίζεται συγκεντρωμένο ένα γεγονός ή μια δραστηριότητα, που μπορεί να εξαπλωθεί και ευρύτερα
- το τμήμα μιας ηλεκτρικής ή άλλης συσκευής το οποίο θερμαίνεται, συμβάλλοντας στο μαγείρεμα ή άλλη σχετική διαδικασία ※ Είναι δύσκολο όμως να συναντήσει κανείς διακοσμητή που θα σχεδιάσει μια κουζίνα χωρίς τις εστίες και τον φούρνο για την παρασκευή των γευμάτων, χωρίς ηλεκτρικό ψυγείο, χωρίς ειδικούς αποθηκευτικούς χώρους κ.ά. (εφημερίδα Το Βήμα, 19/7/1998)
- το σημείο όπου εστιάζονται ακτίνες φωτός
- το κέντρο μιας δραστηριότητας
- το μέρος ενός γηπέδου όπου βρίσκεται η κατασκευή με δοκάρια και δίχτυα και που, όταν περάσει η μπάλα στο εσωτερικό της σημειώνεται γκολ
Εστία²
Limetoka wapi
Εστία < αρχαία ελληνική Ἑστία
nomino ya pekee Εστία
- θεά της εστίας, της οικιακής ζωής και της οικογένειας
- ένας αστεροειδής
- αρχαίο γυναικείο όνομα θεάς
Kwa Kiingereza
- fireplace open hearth
- Hestia Greek goddess
- Vesta asteroid
- breeding-ground figuratively
Zungumza kuhusu neno hili "εστία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. εστία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B1 "εστία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B1.Nukuu
@misc{micwyn_2026,
title = {εστία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}