εστιάζω
Ελληνικά · المرادفات والأضداد
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
εστιάζω
- e.stiˈa.zo
من أين أتت
1,2 εστιάζω < εστία + -άζω < αρχαία ελληνική ἑστία < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂wes- (κατοικώ, μένω, ζω) (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική focaliser)
:3 εστιάζω < μεσαιωνική ελληνική ἑστιάζω < αρχαία ελληνική ἑστιάω / ἑστιῶ < ἑστία < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₂wes- (κατοικώ, μένω, ζω)
فعل εστιάζω · εστίαζα · θα εστιάζω · να εστιάζω · εστιάζοντας
- συγκεντρώνω τις ακτίνες φωτός και τις αναγκάζω να συγκλίνουν σ’ ένα σημείο
-
συγκεντρώνω την προσοχή μου σε κάποιο θέμα, το θέτω στο κέντρο του ενδιαφέροντος
مشابه: επικεντρώνω
- γευματίζω
بالإنجليزية
- focus to cause (rays of light, etc) to converge at a single point
تحدّث عن هذه الكلمة "εστιάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. εστιάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89 "εστιάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {εστιάζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}