εστιάτορας

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εστιάτορας

  • e.stiˈa.to.ɾas

Where it comes from

εστιάτορας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἑστιάτωρ (οργανωτής συμποσίου) από την αιτιατική ενικού «τὸν ἑστιάτορα» < ἑστιάω < ἑστία

noun εστιάτορας · εστιάτορες · εστιάτορα · εστιατόρων

  1. επάγγελμα που έχει στην ιδιοκτησία του εστιατόριο ή είναι υπεύθυνος γι’ αυτό
  2. στρατιωτικός όρος στρατιώτης που είναι υπεύθυνος για το στρατιωτικό εστιατόριο, για την προετοιμασία των γευμάτων, την καθαριότητα κ.λπ.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"εστιάτορας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εστιάτορας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%82

Chicago

"εστιάτορας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εστιάτορας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}