εσω-
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εσω-
Where it comes from
εσω- < ελληνιστική κοινή ἐσω- < αρχαία ελληνική ἔσω
prefix εσω-
- αʹ συνθετικό που σε σύνθετες λέξεις δηλώνει θέση, κίνηση ή κατεύθυνση προς το εσωτερικό ή μέσα σε κάτι
- αʹ συνθετικό που σε σύνθετες λέξεις δηλώνει ότι κάτι είναι εσωτερικό, ανήκει στο εσωτερικό μέρος ή αφορά το εσωτερικό ενός χώρου, οργάνου ή συστήματος
- αʹ συνθετικό που σε σύνθετες λέξεις δηλώνει ότι κάτι περιορίζεται, αναφέρεται ή ισχύει μέσα στα όρια του φορέα, της ομάδας, του οργανισμού ή του χώρου που εκφράζει το δεύτερο συνθετικό
Opposite: εξω-
Thesaurus
prefix
Opposite: εξω-
Talk about this word "εσω-." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%83%CF%89-. Accessed 6 Nov. 2026. εσω-. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%83%CF%89- "εσω-." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%83%CF%89-.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εσω-},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%83%CF%89-},
urldate = {2026-11-06}
}