εταιρεία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εταιρεία¹

  • e.teˈɾi.a

Where it comes from

εταιρεία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἑταιρεία (σύνδεσμος, αδελφότητα) < ἑταιρεῖος < ἑταῖρος < ἔτης < *ϝέτης < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *swé (ἑός), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική société, compagnie

:* για τη μεσαιωνική σημασία < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἑταιρεία, (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική compagnie

noun εταιρεία · εταιρείες · εταιρείας · εταιρειών

  1. το σύνολο ανθρώπων που συνεργάζονται για κάποιον κοινό σκοπό
  2. οικονομία το σύνολο ανθρώπων και κεφαλαίων που επιτρέπει την παραγωγή, την μετατροπή και την πώληση προϊόντων ή υπηρεσιών
  3. ιστορία βυζαντινό στρατιωτικό τμήμα, φρουρά, που συνήθως αποτελούνταν από ξένους

Εταιρεία²

Where it comes from

Εταιρεία < Φιλική Εταιρεία, η μυστική οργάνωση των αρχών του 19ου αι. για την προετοιμασία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821

proper noun Εταιρεία · Εταιρία

  1. ιστορία η Φιλική Εταιρεία σε έγγραφα ή κείμενα σχετικά με την Ελληνική Επανάσταση, συνταγμένα ιδίως από μέλη της οργάνωσης (οι Φιλικοί) και αγωνιστές του 1821, αλλά και μεταγενέστερους συγγραφείς (όπου αναφέρεται, για συντομία μέσα στο πλαίσιο της ιστορικής αναφοράς, ως Εταιρεία ή Εταιρία, με κεφαλαίο αρχικό γράμμα) ※ Ορκίζομαι ενώπιον του αληθινού θεού οικειοθελώς, ότι θέλω είμαι επί ζωής μου πιστός εις την Εταιρείαν κατά πάντα. («Ο όρκος των Φιλικών»)

In English

  • company in legal context, a corporation
  • business commercial enterprise or establishment
  • society group of persons who meet from time to time to engage in a common interest

Talk about this word

Cite this
MLA

"εταιρεία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εταιρεία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B1

Chicago

"εταιρεία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εταιρεία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}