ευάριθμος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ευάριθμος
Where it comes from
ευάριθμος < μεσαιωνική ελληνική εὐάριθμος < αρχαία ελληνική εὖ + ἀριθμός
adjective ευάριθμος · ευάριθμη · ευάριθμο · ευάριθμου · ευάριθμης
- που είναι μικρός ή λίγος αριθμητικά, που μπορεί να αριθμηθεί ή να μετρηθεί εύκολα Μόνο όταν η Βασιλεύουσα, παρά την ηρωική αντίσταση των ολιγάριθμων υπερασπιστών της, υπό την ηγεσία του αυτοκράτορα-μάρτυρα Κωνσταντίνου ΙΑ' Παλαιολόγου, και των ευάριθμων συμμάχων της υπό τον Γενοβέζο Τζουστινιάνι, ελύγισε υπό τα πλήγματα του τεράστιου σε αριθμό στρατού και στόλου του νεαρού σουλτά
Similar: ολιγάριθμος
Thesaurus
adjective
Similar: ολιγάριθμος
Talk about this word "ευάριθμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%B8%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ευάριθμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%B8%CE%BC%CE%BF%CF%82 "ευάριθμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%B8%CE%BC%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ευάριθμος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%AC%CF%81%CE%B9%CE%B8%CE%BC%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}