ευαίσθητος

Ελληνικά

AI Простыми словами

Пишу короткое объяснение…

Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.

ευαίσθητος

  • eˈve.sθi.tos

Откуда оно

ευαίσθητος < αρχαία ελληνική εὐαίσθητος ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική sensible)

прилагательное ευαίσθητος · ευαίσθητη · ευαίσθητο · ευαίσθητου · ευαίσθητης

  1. που έχει πάρα πολύ αναπτυγμένες τις αισθήσεις του ※ δεν είμαι φτιαγμένος για νταβατζής. Το νταβατζιλίκι απαιτεί μια σκληρότητα, κι είμαι σκληρός, αλλά απαιτεί και έλλειψη ευαισθησίας, κι είμαι ευαίσθητος. (Βασίλης Βασιλικός, Εσύ κι εγώ ερωτικοί διάλογοι, εκδ. Νέα Σύνορα, 2000, σελ. 73)

По-английски

  • sensitive responsive to stimuli
  • sentient able to consciously perceive through the use of sense faculties

Обсудить это слово

Цитировать
MLA

"ευαίσθητος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ευαίσθητος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"ευαίσθητος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ευαίσθητος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B1%CE%AF%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}