ευαγγελιστής
Ελληνικά
AI بكلمات بسيطة
جارٍ كتابة شرح قصير…
كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.
ευαγγελιστής¹
من أين أتت
ευαγγελιστής < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εὐαγγελιστής
:* για το δόγμα > σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική evangelistic)
اسم ευαγγελιστής · ευαγγελιστές · ευαγγελιστή · ευαγγελιστών
- καθένας από τους συγγραφείς των τεσσάρων κανονικών ευαγγελίων -Ιωάννης, Λουκάς, Μάρκος, Ματθαίος
- παρωχημένος χαρακτηρισμός (του περασμένου αιώνα) για άτομα που κήρυσσαν μεμονωμένα, κυρίως στην επαρχία, το ευγαγγέλιο με δική τους πρωτοβουλία και συχνά με δική τους ερμηνεία
- χαρακτηρισμός χριστιανού που ανήκει στο ευαγγελικό δόγμα των διαμαρτυρομένων ή στην Ευαγγελική Εκκλησία (θηλυκό ευαγγελίστρια)
- κάποιος που με πάθος και φανατισμό κηρύσσει μια θεωρία ως την πιο θετική και ελπιδοφόρα, συνήθως ως αλάθητη και αδιαμφισβήτητη (θηλυκό ευαγγελίστρια)
Ευαγγελιστής²
من أين أتت
Ευαγγελιστής < ευαγγελιστής
اسم علم Ευαγγελιστής · Ευαγγελιστού · Evangelistis
- ανδρικό επώνυμο
بالإنجليزية
- Evangelist gospel writer
تحدّث عن هذه الكلمة "ευαγγελιστής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ευαγγελιστής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82 "ευαγγελιστής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82.استشهد بهذا
@misc{micwyn_2026,
title = {ευαγγελιστής},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}