ευδοκία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ευδοκία¹

  • e.vðoˈci.a

Where it comes from

ευδοκία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή εὐδοκία < εὐδοκέω + -ία < αρχαία ελληνική εὖ + δοκέω

noun ευδοκία · ευδοκίες · ευδοκίας · ευδοκιών

  1. formal, λόγιο ευμένεια, εύνοια ※ Στη Γιουγκοσλαβία, όμως, η δημιουργία της Κροατίας, της Σλοβενίας, της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, της ΠΓΔΜ ήταν αποκλειστικά αποτέλεσμα των αποφάσεων των ένθεν κακείθεν του Ατλαντικού «μεγάλων», που είχαν την ευγενική φιλοδοξία να φέρουν στους λαούς της περιοχής ελευθερία από παλιά και νέα τυραννικά καθ

Ευδοκία²

  • ev.ðoˈci.a

Where it comes from

Ευδοκία < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική Εὐδοκία < ελληνιστική κοινή εὐδοκία

proper noun Ευδοκία

  1. γυναικείο όνομα

proper noun Ευδοκία · Евдокиа · Evdokia

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ευδοκίας

proper noun Ευδοκία

  1. γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Ευδοκίας

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ευδοκία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ευδοκία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%AF%CE%B1

Chicago

"ευδοκία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ευδοκία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}