ευδοκιμώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ευδοκιμώ
Where it comes from
ευδοκιμώ < αρχαία ελληνική εὐδοκιμῶ
verb ευδοκιμώ
- ασχολούμαι με κάτι με επιτυχία, πετυχαίνω
- ευημερώ
- βρίσκω ή έχω τις κατάλληλες περιβαλλοντικές συνθήκες για να αναπτυχθώ ※ Τα συριάνικα φιστίκια είχαν φτάσει στην Αίγινα τον περασμένο αιώνα και ευδοκίμησαν κάτω απ' τον ελληνικό ήλιο. Σαν φιστίκ. Σε χωνάκια στις γωνιές του Φαλήρου, σε τεράστιες γυάλες στην κουζίνα της γιαγιάς Ρίνας. (Ιφιγένεια Θεοδώρου, Η γεύση της ερήμου, εκδ. Πατάκης, 2016)
Talk about this word "ευδοκιμώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. ευδοκιμώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CF%8E "ευδοκιμώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ευδοκιμώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%B4%CE%BF%CE%BA%CE%B9%CE%BC%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}