ευκαιρία
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ευκαιρία
Where it comes from
ευκαιρία < αρχαία ελληνική εὐκαιρία < εὖ + καιρός
noun ευκαιρία · ευκαιρίες · ευκαιρίας · ευκαιριών
- ο κατάλληλος καιρός, η ευνοϊκή συγκυρία, η χρονική στιγμή που προσφέρεται για να γίνει κάτι που πρέπει ή θέλουμε να κάνουμε τώρα που σταμάτησε να βρέχει, είναι ευκαιρία να πεταχτώ για λίγο έξω
- η δυνατότητα που παρουσιάζεται σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, για να γίνει κάτι που πρέπει ή θέλουμε να κάνουμε, και είναι δυνατόν να χαθεί αν δεν την εκμεταλλευτούμε· ανοιχτή δυνητικότητα συνήθως για περιορισμένο χρονικό διάστημα μου παρουσιάστηκε μια ευκαιρία να ταξιδέψω στην Αμερική, αλλά εγώ, αντί να την πιάσω από τα μαλλιά, την άφησα να φύγει
- η δυνατότητα που παρέχεται σε κάποιον από κάποιον άλλον να πετύχει κάτι που θέλει ίσες ευκαιρίες για όλους
- κάτι που πωλείται σε πολύ χαμηλή τιμή σχετικά με την πραγματική του αξία τέτοιο σπίτι και σε καλή περιοχή, για τόσα λίγα λεφτά, είναι πραγματική ευκαιρία
- ελεύθερος διαθέσιμος χρόνος όταν βρω ευκαιρία, θα πάω ένα ταξιδάκι
In English
- opportunity chance for advancement, progress or profit
- chance an opportunity or possibility
- opening opportunity
Talk about this word "ευκαιρία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ευκαιρία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%B1 "ευκαιρία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ευκαιρία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%BA%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}