ευκολία
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ευκολία
- ef.koˈli.a
Where it comes from
ευκολία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐκολία (καλή διάθεση, ευκολία στην κίνηση) < εὔκολος < εὖ + πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kʷel- (κινώ, γυρίζω) (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική facilité )
noun ευκολία · ευκολίες · ευκολίας · ευκολιών
- το να είναι κάτι εύκολο ※ Υπερδιπλάσιος χρόνος από ό,τι στις χώρες της ΕΕ και του ΟΟΣΑ εξαιτίας των πολυάριθμων διαδικασιών απαιτείται για το άνοιγμα μιας επιχείρησης στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα η χώρα να βρίσκεται στην 121η θέση μεταξύ 155 χωρών (!) όσον αφορά την ευκολία έναρξης επιχείρησης.
-
ευχέρεια
Opposite: δυσχέρεια
- επιπολαιότητα, έλλειψη βαθύτερης και ηθικότερης προσέγγισης
- διευκόλυνση
- ευκολίες: διευκολύνσεις στην καθημερινή ζωή με τη συνδρομή της τεχνολογίας, ώστε να εξασφαλίζεται ένας άνετος τρόπος ζωής
Opposite: δυσκολία
Thesaurus
noun
Opposite: δυσκολία
In English
- convenience anything that makes for an easier life
Talk about this word "ευκολία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ευκολία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1 "ευκολία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ευκολία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}