ευνοούμενος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ευνοούμενος

  • ev.noˈu.me.nos

Sounds like ευνομούμενος

Where it comes from

ευνοούμενος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐνοούμενος, μεσοπαθητική μετοχή ενεστώτα του εὐνοῶ (έχω καλή διάθεση) μεσοπαθητική φωνή: εὐνοοῦμαι (είμαι αγαπητός) μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική favori ή από την ιταλική favorito

:* ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο της μετοχής ευνοούμενος

verb ευνοούμενος · ευνοούμενη · ευνοούμενο

  1. μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ευνοώ: που έχει προνομιακή μεταχείριση, που του δείχνουν εύνοια ευνοούμενος μαθητής, υπάλληλος, ευνοούμενη χώρα

noun ευνοούμενος · ευνοουμένη · ευνοούμενοι · ευνοούμενου · ευνοουμένου

  1. ερωμένος ηγεμόνα, βασιλιά, ο εκλεκτός η Αικατερίνη η Μεγάλη είχε πολλούς ευνοουμένους, αλλά ο Ποτέμκιν ήταν ίσως ο μεγαλύτερός της έρωτας.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ευνοούμενος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%BD%CE%BF%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ευνοούμενος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%BD%CE%BF%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"ευνοούμενος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%BD%CE%BF%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ευνοούμενος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%BD%CE%BF%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}