מיקווין

ευνουχισμός

Ελληνικά

AI במילים פשוטות

כותב הסבר קצר…

נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.

ευνουχισμός

מאיפה זה בא

ευνουχισμός < ευνουχίζω< ευνούχος < αρχαία ελληνική εὐνοῦχος < εὐνή + ἔχω (θαλαμηπόλος)

שם עצם ευνουχισμός · ευνουχισμοί · ευνουχισμού · ευνουχισμών · ευνουχισμό · ευνουχισμούς

  1. η ενέργεια με την οποία κάποιος γίνεται ευνούχος, η αφαίρεση των ανδρικών γεννητικών οργάνων (όρχεων)
  2. figuratively, μεταφορικά η αφαίρεση της ορμής, της ζωτικής δύναμης ο ευνουχισμός της σκέψης

באנגלית

לדבר על המילה הזו

ציטוט
MLA

"ευνουχισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%BD%CE%BF%CF%85%CF%87%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ευνουχισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%BD%CE%BF%CF%85%CF%87%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"ευνουχισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%BD%CE%BF%CF%85%CF%87%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ευνουχισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CE%BD%CE%BF%CF%85%CF%87%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}