ευπατρίδης
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ευπατρίδης¹
- ef.paˈtɾi.ðis
Where it comes from
ευπατρίδης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐπατρίδης < εὖ + πατήρ + -ίδης («ο γιος καλού / ευγενούς πατέρα») (3. (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική gentilhomme) )
noun ευπατρίδης · ευπατρίδες · ευπατρίδη · ευπατριδών
- άτομο της ανώτερης κοινωνικής τάξης, (κατ’ επέκταση) αριστοκράτης ※ Ας πάμε 2.600 και κάτι χρόνια πριν, στην αρχαία Αθήνα τού 636 ή 632 π.Χ. Ο ευπατρίδης, ολυμπιονίκης και γαμπρός του τυράννου των Μεγάρων Θεαγένη, ο Κύλων, κατέλαβε με στρατό την Ακρόπολη. Στόχο είχε να πάρει τη θέση του τυράννου των Αθηνών Μεγακλέους. Ο λαός των Αθηνών όμως, δεν πήγε με το μέρος τ
- πατρίκιος
- άτομο αριστοκρατικής καταγωγής, καλλιεργημένο και με ευγενικούς τρόπους ※ O γνωστός δημοσιογράφος (…), που πέθανε χθες σε ηλικία 77 ετών, ήταν ένα από τα μεγάλα και σεβαστά ονόματα της ελληνικής δημοσιογραφίας. Ένας αληθινός ευπατρίδης της δημοσιογραφίας. (Εφημερίδα των Συντακτών, 19.09.2022)
Ευπατρίδης²
Where it comes from
Ευπατρίδης < + -ίδης • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
proper noun Ευπατρίδης · Ευπατρίδηδες · Ευπατρίδη · Ευπατρίδηδων
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "ευπατρίδης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ευπατρίδης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82 "ευπατρίδης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ευπατρίδης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}