ευπρεπής
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ευπρεπής¹
- ef.pɾeˈpis
Where it comes from
ευπρεπής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐπρεπής (< πρέπω). Συγχρονικά αναλύεται σε ευ- + -πρεπής.
adjective ευπρεπής · ευπρεπές · ευπρεπούς
- που είναι κοινώς σωστός και αποδεκτός ※ Στο μαγαζί άρχισαν οι πελάτες να αραιώνουν. Ακόμη και οι πιο επιεικείς δεν άντεχαν την περίεργη, απόμακρη, σχεδόν απόκοσμη συμπεριφορά του. Ο πάντα ευπροσήγορος Θεοφάνης, ο ευπρεπής, να έχει γίνει απόκοσμος. (Νίκος Θέμελης, Για μια συντροφιά ανάμεσά μας, εκδ. Μεταίχμιο, 2024)
- που έχει επιμελημένη και σοβαρή εμφάνιση
Ευπρεπής²
Where it comes from
Ευπρεπής < ευπρεπής
proper noun Ευπρεπής
- ανδρικό όνομα
In English
- decent showing integrity, fairness, moral uprightness
Talk about this word "ευπρεπής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CF%80%CF%81%CE%B5%CF%80%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ευπρεπής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CF%80%CF%81%CE%B5%CF%80%CE%AE%CF%82 "ευπρεπής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CF%80%CF%81%CE%B5%CF%80%CE%AE%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ευπρεπής},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CF%80%CF%81%CE%B5%CF%80%CE%AE%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}