ευφυΐα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ευφυΐα

  • e.fiˈi.a

Where it comes from

ευφυΐα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐφυΐα

noun ευφυΐα · ευφυΐες · ευφυΐας

  1. η ικανότητα αντίληψης του κόσμου, η ευθυκρισία και η δυνατότητα του ατόμου να ενεργεί λειτουργικά, αποδοτικά, η ιδιότητα του ευφυούς ※ Ατακαδόρος και γελαστός, είναι επίσης προικισμένος με μεγάλη ευφυΐα και ανεξάντλητη δίψα για γνώση. Ο κόσμος γύρω του γαργαλάει συνεχώς την αστείρευτη περιέργειά του: παρατηρεί, εξερευνά και πειραματίζεται με τα πάντα, σε τέτοιο βαθμό που μια μέρα, μεταξύ άλλων ανόητων πραγμάτων, βάζει φωτιά στον
  2. πρακτική και μετρήσιμη ικανότητα (δείκτης ευφυΐας) γενική ευφυΐα (συνολικό εύρος ικανοτήτων, αποδοτικότητας)

Similar: εξυπνάδα, ευστροφία, οξύνοια · Opposite: αφυΐα, βλακεία, χαζομάρα, ηλιθιότητα, μαλακία, νοητική ανεπάρκεια, νοητική υστέρηση, νοητική καθυστέρηση, νοητική μαλάκυνση

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"ευφυΐα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CF%86%CF%85%CE%90%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ευφυΐα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CF%86%CF%85%CE%90%CE%B1

Chicago

"ευφυΐα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CF%86%CF%85%CE%90%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ευφυΐα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CF%86%CF%85%CE%90%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}