ευφυής

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ευφυής¹

  • e.fiˈis

Where it comes from

ευφυής < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὐφυής < εὖ + φύω

adjective ευφυής · ευφυές · ευφυούς

  1. για άτομα ή ενέργειες πανέξυπνος ※ Οφείλουμε να αναζητήσουμε και να αναδείξουμε τις χαρισματικές προσωπικότητες, τα ευφυή άτομα με ιδιαίτερα ταλέντα και κλίσεις, εκείνα που έχουν την ευχέρεια και τις ικανότητες να αφομοιώσουν αλλαγές και δεδομένα που προκύπτουν, ώστε να προσφέρουν στην κοινωνία και στον κόσμο τις απαραίτητες για τη

Similar: έξυπνος, εύστροφος

Ευφυής²

Where it comes from

Ευφυής < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Ευφυής · Effyis

  1. ανδρικό επώνυμο

Thesaurus

adjective

Similar: έξυπνος, εύστροφος

Talk about this word

Cite this
MLA

"ευφυής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CF%86%CF%85%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ευφυής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CF%86%CF%85%CE%AE%CF%82

Chicago

"ευφυής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CF%86%CF%85%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ευφυής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CF%86%CF%85%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}