ευχέρεια
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ευχέρεια
Where it comes from
ευχέρεια < (ελληνιστική κοινή) εὐχέρεια < εὐχερής
noun ευχέρεια · ευχέρειες · ευχέρειας · ευχερειών
- η ικανότητα σε έναν τομέα, η ευκολία / άνεση που έχει κάποιος σε έναν τομέα ή στην εκτέλεση ενός έργου ※ Οι υπαρκτές, με αυτή την έννοια, πολιτικές διακρίσεις εκ μέρους της διοίκησης είτε εμφιλοχωρούν στην άσκηση διακριτικής ευχέρειας στην άσκηση διακριτικής ευχέρειας είτε κρύβονται πίσω από αναληθή αιτιολογία πράξεων, τυγχάνουν πάντως δικαστικά ελέγξιμες, ενώ άλλοτε ούτε αυτό ήταν δεδομένο. (Τα δικα
Opposite: δυσχέρεια
Thesaurus
noun
Opposite: δυσχέρεια
In English
- fluency linguistics: being fluent in a language
Talk about this word "ευχέρεια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CF%87%CE%AD%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ευχέρεια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CF%87%CE%AD%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%B1 "ευχέρεια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CF%87%CE%AD%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ευχέρεια},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%85%CF%87%CE%AD%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}