εφαλτήριο
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
εφαλτήριο
Where it comes from
εφαλτήριο < αρχαία ελληνική ἐφάλλομαι
noun εφαλτήριο · εφαλτήρια · εφαλτηρίου · εφαλτήριου · εφαλτηρίων
- κατασκευή που μοιάζει με άλογο και την χρησιμοποιούν οι αθλητές υπερπηδώντας την ή εκτελώντας διάφορες ασκήσεις
- ελαστικός βατήρας που χρησιμοποιείται σε γυμναστικές ασκήσεις
- οτιδήποτε χρησιμοποιεί κάποιος ως εκκίνηση επίτευξης των στόχων του ή της κοινωνικής, επαγγελματικής ή άλλης ανόδου του
In English
- springboard flexible diving board
Talk about this word "εφαλτήριο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BB%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. εφαλτήριο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BB%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF "εφαλτήριο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BB%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εφαλτήριο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BB%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}