εφαλτήριο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εφαλτήριο

Where it comes from

εφαλτήριο < αρχαία ελληνική ἐφάλλομαι

noun εφαλτήριο · εφαλτήρια · εφαλτηρίου · εφαλτήριου · εφαλτηρίων

  1. κατασκευή που μοιάζει με άλογο και την χρησιμοποιούν οι αθλητές υπερπηδώντας την ή εκτελώντας διάφορες ασκήσεις
  2. ελαστικός βατήρας που χρησιμοποιείται σε γυμναστικές ασκήσεις
  3. figuratively, μεταφορικά οτιδήποτε χρησιμοποιεί κάποιος ως εκκίνηση επίτευξης των στόχων του ή της κοινωνικής, επαγγελματικής ή άλλης ανόδου του

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"εφαλτήριο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BB%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εφαλτήριο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BB%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF

Chicago

"εφαλτήριο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BB%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εφαλτήριο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B1%CE%BB%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}