εφεδρικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εφεδρικός

Where it comes from

εφεδρικός < έφεδρος + -ικός

adjective εφεδρικός · εφεδρική · εφεδρικό · εφεδρικού · εφεδρικής

  1. σχετικός με τους έφεδρους και την εφεδρεία
  2. που μένει προσωρινά αχρησιμοποίητος (για αντικείμενα) ή εκτός δράσης (για πρόσωπα) και είναι άμεσα διαθέσιμος ώστε να αντικαταστήσει κάτι ή κάποιον που δεν μπορεί να επιτελέσει το έργο του λόγω φθοράς, βλάβης, έκτακτης ανάγκης, κόπωσης κλπ ※ Η σημερινή γενιά των αντιδραστήρων είναι φορτωμένη με έναν λαβύρινθο από εφεδρικούς κινητήρες, αντλίες, βαλβίδες και συστήματα ελέγχου που πρέπει να ενεργοποιηθούν σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης. (από την εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ, Τετάρτη, 9 Σεπτεμβρίου 2009)

In English

  • standby something that is standard, well-tested, or frequently used

Talk about this word

Cite this
MLA

"εφεδρικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B5%CE%B4%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εφεδρικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B5%CE%B4%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"εφεδρικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B5%CE%B4%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εφεδρικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B5%CE%B4%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}