εφηβεία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εφηβεία

  • e.fiˈvi.a

Where it comes from

εφηβεία < ελληνιστική κοινή ἐφηβεία < αρχαία ελληνική ἔφηβος < ἐπί + ἥβη

noun εφηβεία · εφηβείες · εφηβείας · εφηβειών

  1. το στάδιο της ζωής του ανθρώπου μεταξύ της παιδικής ηλικίας και της ενηλικίωσης που σηματοδοτείται από την ανάπτυξη των δευτερογενών γνωρισμάτων του φύλου και την πορεία προς την πλήρη διαμόρφωση της προσωπικότητας του ατόμου και την ωριμότητα ※ Αν, όταν ήμουν παιδάκι, είχα μια κάποια ευκολία στη συγγραφή, πρέπει να σημειώσω πως, όταν παρήλθε η παρορμητική περίοδος της εφηβείας, προσπάθησα πάντα να αγωνιστώ κατά αυτής της ευκολίας. (Διαβάζω, τεύχη 414-419, 2001, σελ. 53)

In English

  • puberty age at which a person is first capable of sexual reproduction
  • adolescence period between childhood and maturity
  • teenagehood the state of being a teenager

Talk about this word

Cite this
MLA

"εφηβεία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B7%CE%B2%CE%B5%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εφηβεία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B7%CE%B2%CE%B5%CE%AF%CE%B1

Chicago

"εφηβεία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B7%CE%B2%CE%B5%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εφηβεία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B7%CE%B2%CE%B5%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}