εφηλίδα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εφηλίδα

Where it comes from

εφηλίδα < καθαρεύουσα ἐφηλίς < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐφηλίς (ή ἔφηλις) από την αιτιατική «τὴν ἐφηλίδα» < ἐφ- (ἐπί) + ἧλος

noun εφηλίδα · εφηλίδες · εφηλίδας · εφηλίδων

  1. ιατρική φακίδα ※ Οι λέξεις! Από τη στιγμή που έμαθα ανάγνωση και γραφή, μʼ αυτές έχτισα το οχυρό μου, και εξορίζω τους φόβους μου έξω από τις πύλες του. Με τις λέξεις πλοηγό, επανασυνδέω τη μνήμη με το παρελθόν και παρηγορώ τον εαυτό μου για το χρόνο που διαβαίνει ανεπιστρεπτί, αφήνοντας τα σημάδια του σαν καφετιέ
  2. για καρφί, αρχαιολογία το πεπλατυσμένο τμήμα που καλύπτει την κεφαλή καρφιού
  3. για καρφί, γλυπτική, αρχαιολογία κατασκευή (πρόσθετο στοιχείο, σκάλισμα κ.λπ.) που το μιμείται (για διακοσμητικούς λόγους) ※ Με την αφαίρεση των χωμάτων, χτες, αποκαλύφθηκαν τμήματα από μαρμάρινη θύρα, της τυπικής μορφής των μακεδονικών τάφων: Δηλαδή, έχουμε θύρα με εφηλίδες, οι οποίες μιμούνται την κεφαλή καρφιών, όπως είθισται στις ξύλινες πόρτες. (* εφημερίδα Το Βήμα)
  4. για καρφί, ναυτικός όρος μικρή μεταλλική περόνη

    Similar: κασκαβάλι

Talk about this word

Cite this
MLA

"εφηλίδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B7%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εφηλίδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B7%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1

Chicago

"εφηλίδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B7%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εφηλίδα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%86%CE%B7%CE%BB%CE%AF%CE%B4%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}