εύνομος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
Εύνομος¹
Where it comes from
Εύνομος < αρχαία ελληνική Εὔνομος < αρχαία ελληνική εὔνομος <εὖ + νόμος
proper noun Εύνομος
- αρχαίο ανδρικό όνομα
εύνομος²
Where it comes from
εύνομος < αρχαία ελληνική εὔνομος <εὖ + νόμος
adjective εύνομος · εύνομη · εύνομο · εύνομου · εύνομης
- που χαρακτηρίζει κράτος ή πολιτεία που λειτουργεί βάσει δίκαιων νόμων και τους εφαρμόζει πιστά, με αποτέλεσμα ευνομία και τάξη ※ Η ανάγκη για εύνομη διοίκηση του νεοσύστατου κράτους, ώστε να συντηρηθεί η αποκτηθείσα ελευθερία και να ευτυχήσει το έθνος, θα οδηγήσει πολύ πρώιμα τον Ιωάννη Κοκκώνη στη συγγραφή του έργου του Περί Πολιτειών (Ιστοριογραφία της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας 1833-2002, Διεθνές Συνέδριο Ιστορίας: π
Similar: ευνομούμενος
Thesaurus
adjective
Similar: ευνομούμενος
Talk about this word "εύνομος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. εύνομος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82 "εύνομος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {εύνομος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}