εύπλαστος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εύπλαστος¹

  • ˈef.pla.stos
  • ˈef.pla.sti
  • ˈef.pla.sto

Where it comes from

εύπλαστος < αρχαία ελληνικήεὔπλαστος < εὖ + πλάσσω

adjective εύπλαστος · εύπλαστη · εύπλαστο · εύπλαστου · εύπλαστης

  1. που μπορείς να τον πλάσεις εύκολα, να του δώσεις όποιο σχήμα θέλεις η πλαστελίνη είναι εύπλαστο υλικό
  2. figuratively, μεταφορικά που μπορείς να τον διαμορφώσεις εύκολα οι εύπλαστες παιδικές ψυχές

Εύπλαστος²

Where it comes from

Εύπλαστος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Εύπλαστος

  1. ανδρικό όνομα

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"εύπλαστος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%8D%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εύπλαστος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%8D%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"εύπλαστος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%8D%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εύπλαστος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%8D%CF%80%CE%BB%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}