εύρημα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

εύρημα

Where it comes from

εύρημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εὕρημα < εὑρίσκω

:* για την ιατρική: σημασιολογικό δάνειο από τη γερμανική Befund & από την αγγλική findings (στον πληθυντικό)

noun εύρημα · ευρήματα · ευρήματος · ευρημάτων

  1. κάτι που βρίσκει κάποιος μετά από έρευνα
  2. η επινόηση, μια πρωτότυπη ιδέα
  3. αρχαιολογία αρχαιολογικό εύρημα ※ Το εύρημα είναι σπάνιο και η χρήση του αβέβαιη. Εκτός από δακτυλιόλιθος θα μπορούσε να είναι κόσμημα λαιμού ή σφραγιδόλιθος, εάν υποθέσουμε ότι υπήρχε δυνατότητα απόσπασης του καλύμματος όταν χρειαζόταν. (Δακτυλιόλιθος, Μουσείο της Ακρόπολης, ανακτήθηκε στις 21/9/2026 https://www.theacropolismuseu
  4. ιατρική παθολογικό εύρημα σε εξετάσεις (συχνά στον πληθυντικό) Νέο εύρημα στην αξονική τομογραφία.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"εύρημα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%8D%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εύρημα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%8D%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1

Chicago

"εύρημα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%8D%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εύρημα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%8D%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}