εύρωστος

Ελληνικά · Sinonime și antonime

AI Pe înțelesul tuturor

Se scrie o scurtă explicație…

Scris de un AI al casei pe baza articolului de mai jos, în limba ta. Sursa e chiar articolul.

εύρωστος

De unde vine

εύρωστος < αρχαία ελληνική εὔρωστος < εὖ + ῥώννυμι / ῥωννύω

adjectiv εύρωστος · εύρωστη · εύρωστο · εύρωστου · εύρωστης

  1. γερός, υγιής, δυνατός Ο αρσενικός λαγός έχει πιο χονδρό κεφάλι, τα πόδια πιο μακριά και στο σύνολο είναι πιο εύρωστος από τον θηλυκό. (*)
  2. figuratively, μεταφορικά ακμαίος Μέσα στα τελευταία 40 χρόνια η ελληνική χρυσοχοΐα κατόρθωσε να γίνει ένας εύρωστος κλάδος της εθνικής μας οικονομίας. Από χίλιους εργαζόμενους το 1957 έφθασε σήμερα να απασχολεί πενήντα χιλιάδες (50.000). (*)

Opus: άρρωστος

Sinonime și antonime

adjectiv

Opus: άρρωστος

În engleză

Discută despre acest cuvânt

Citează
MLA

"εύρωστος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%8D%CF%81%CF%89%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

εύρωστος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%8D%CF%81%CF%89%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82

Chicago

"εύρωστος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%8D%CF%81%CF%89%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {εύρωστος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B5%CF%8D%CF%81%CF%89%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}