ζήτημα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ζήτημα
- ˈzi.ti.ma
Where it comes from
ζήτημα < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ζήτημα < μεσαιωνική ελληνική ζήτημα < αρχαία ελληνική ζήτημα
noun ζήτημα · ζητήματα · ζητήματος · ζητημάτων
- αυτό που ζητώ να βρω, να λύσω, να εξηγήσω, να ερμηνεύσω, να αντιμετωπίσω
- σημαντικό θέμα που μας απασχολεί ※ Απαντώ στην απορία που εξέφρασε ενώπιόν μου ο Η . Π .: «Τι γίνονται οι ήρωες μετά το τέλος του μυθιστορήματος;» Προσπαθώντας να κατανοήσω ένα ερώτημα που η διατύπωσή του δεν επιδέχεται μονολεκτική απάντηση, βρίσκομαι σε εγγενή θέση αδυναμίας να προσεγγίσω την ουσία του ζητήματος (Διαβάζω, τεύχη 43
- ερώτημα σε διαγώνισμα
In English
- affair that which is done or is to be done
Talk about this word "ζήτημα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%AE%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ζήτημα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%AE%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1 "ζήτημα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%AE%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ζήτημα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%AE%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}