ζαγάρι

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ζαγάρι

  • zaˈɣa.ɾi

Where it comes from

ζαγάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ζαγάρι(ο)ν < οθωμανική τουρκική زغر (τουρκική zağar)

noun ζαγάρι · ζαγάρια · ζαγαριού · ζαγαριών

  1. Demotic, vulgar, δημοτική, λαϊκότροπο κυνηγόσκυλο ※ 19ος αιώνας, Γεώργιος Βιζυηνός, Ἀτθίδες Αὖραι, Ἡ βροχή, (1883), (απόσπασμα), στίχ. 15 (13-16)
  2. familiar, figuratively, offensive, μεταφορικά, προφορικό, μειωτικό παλιόσκυλο, τιποτένιος άνθρωπος (γενικότερα μειωτικός, προσβλητικός, ή περιφρονητικός χαρακτηρισμός άδηλης σημασίας) ※ «…Ο Βελη-Γκέκας το σκυλί, το άπιστο ζαγάρι» (λαϊκό τραγούδι για τον Κατσαντώνη)
  3. familiar, figuratively, μεταφορικά, προφορικό, σπανιότερα εγκωμιαστικό άτιμος Βρε, το ζαγάρι, βρε το ατιμούλικο! Πάλι τα κατάφερε το παιδάκι μου!

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ζαγάρι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ζαγάρι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%B9

Chicago

"ζαγάρι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ζαγάρι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%B1%CE%B3%CE%AC%CF%81%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}