ζαρώνω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ζαρώνω

Where it comes from

ζαρώνω < μεσαιωνική ελληνική ζαρώνω (μικραίνω, πτυχώνομαι, τσαλακώνομαι) < οζαρώνω < ίσως από αρχαία ελληνική ὄζος (μεταξύ άλλων και το μάτι του φυτού), αλλά αβέβαιο

verb ζαρώνω

  1. intransitive, αμετάβατο κάνω ζάρες το πρόσωπό της ζάρωσε με τα χρόνια
  2. transitive, μεταβατικό δημιουργώ ζάρες μη μου ζαρώνεις τα μούτρα σου! (μη μορφάζεις)
  3. μαζεύομαι, κουλουριάζομαι είχε ζαρώσει σε μια γωνιά κι έτρεμε ακόμα από το φόβο της
  4. ρυτιδιάζω αφυδατωμένος (ή αφυγραμένοςhttp://www.lexigram.gr/lex/gren/υγραμένος#Hist0) τα πορτοκάλια ζάρωσαν τόσες μέρες αφάγωτα
  5. παύει η στύση του πέους μου, μου πέφτει, ξεκαυλώνω ή απλά κρυώνει το μόριό μου ζάρωσα μόλις μου είπε ότι δεν είχε ξυριστεί

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ζαρώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%B1%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ζαρώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%B1%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89

Chicago

"ζαρώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%B1%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ζαρώνω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%B1%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}