ζαρώνω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ζαρώνω
Where it comes from
ζαρώνω < μεσαιωνική ελληνική ζαρώνω (μικραίνω, πτυχώνομαι, τσαλακώνομαι) < οζαρώνω < ίσως από αρχαία ελληνική ὄζος (μεταξύ άλλων και το μάτι του φυτού), αλλά αβέβαιο
verb ζαρώνω
- κάνω ζάρες το πρόσωπό της ζάρωσε με τα χρόνια
- δημιουργώ ζάρες μη μου ζαρώνεις τα μούτρα σου! (μη μορφάζεις)
- μαζεύομαι, κουλουριάζομαι είχε ζαρώσει σε μια γωνιά κι έτρεμε ακόμα από το φόβο της
- ρυτιδιάζω αφυδατωμένος (ή αφυγραμένοςhttp://www.lexigram.gr/lex/gren/υγραμένος#Hist0) τα πορτοκάλια ζάρωσαν τόσες μέρες αφάγωτα
- παύει η στύση του πέους μου, μου πέφτει, ξεκαυλώνω ή απλά κρυώνει το μόριό μου ζάρωσα μόλις μου είπε ότι δεν είχε ξυριστεί
In English
Talk about this word "ζαρώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%B1%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. ζαρώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%B1%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89 "ζαρώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%B1%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ζαρώνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%B1%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}