ζεύγμα
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
ζεύγμα
Από πού έρχεται
ζεύγμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ζεῦγμα
ουσιαστικό ζεύγμα · ζεύγματα · ζεύγματος · ζευγμάτων
- καθετί που χρησιμεύει για σύνδεσμο (ζεύξη) δυο πραγμάτων· (ειδικότερα) κατασκευή που συνδέει δυο ακτές, όπως πλωτό ή μόνιμο φράγμα, γέφυρα, πρόχειρη αποβάθρα από σχεδίες ή βάρκες κ.τ.π.
- σύνδεσμος εννοιών
- βραχυλογικό σχήμα λόγου, όπου έχουμε μη επανάληψη μιας λέξης (ή ομάδας λέξεων), όταν μπορεί εύκολα κανείς να την (τις) καταλάβει χάρη στην προηγούμενη πρόταση Χτες, στη γιορτή της Ελένης, φάγαμε πολύ ιδιαίτερα φαγητά και κρασιά. Αντί του: Χτες, στη γιορτή της Ελένης, φάγαμε πολύ ιδιαίτερα φαγητά και ήπιαμε πολύ ιδιαίτερα κρασιά.
Στα αγγλικά
- zeugma using a word to apply to more than one noun
Συζήτησε αυτή τη λέξη "ζεύγμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%B5%CF%8D%CE%B3%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ζεύγμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%B5%CF%8D%CE%B3%CE%BC%CE%B1 "ζεύγμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%B5%CF%8D%CE%B3%CE%BC%CE%B1.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {ζεύγμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%B5%CF%8D%CE%B3%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}