ζητάω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ζητάω

  • ziˈta.o

Where it comes from

ζητάω < ζητ(ώ) + -άω κατά το τρίτο πρόσωπο σε -άει < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική ζητῶ, συνηρημένου τύπου του ζητέω

verb ζητάω · ζητώ · ζήτησα · ζητιέμαι · ζητούμαι · ζητήθηκα

  1. από κάποιον κάτι λέω (με τόνο επιτακτικό, παρακλητικό ή ουδέτερο) σε κάποιον να μου δώσει κάτι Της ζήτησε ένα ποτήρι νερό.
  2. από κάποιον κάτι λέω (με τόνο επιτακτικό, παρακλητικό ή ουδέτερο) σε κάποιον να ικανοποιήσει μια επιθυμία μου Σας ζήτησα να κάνετε ησυχία!
  3. ψάχνω να βρω κάτι που χρειάζομαι, αναζητώ κάτι (υλικό ή άυλο) ζητάω πληροφορίες
  4. παλιότερα κάνω πρόταση γάμου σε κάποιαν ή ζητώ από τους γονείς της την άδεια να την παντρευτώ Θα πάω στο σπίτι της το βράδυ να τη ζητήσω.

Similar: αιτούμαι, γυρεύω, εξαιτούμαι, ικετεύω, παραγγέλνω, παρακαλώ

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"ζητάω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%B7%CF%84%CE%AC%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ζητάω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%B7%CF%84%CE%AC%CF%89

Chicago

"ζητάω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%B7%CF%84%CE%AC%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ζητάω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CE%B7%CF%84%CE%AC%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}