ζυμώνω
Ελληνικά
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
ζυμώνω
어원
ζυμώνω < ελληνιστική κοινή ζυμόω / ζυμῶ < ζέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *yes- (βράζω, αφρίζω)
동사 ζυμώνω · ζύμωνα · ζυμώσω · ζύμωσα · ζυμώνομαι · ζυμωμένος
- με τα χέρια μου ή με ειδικό μηχάνημα πιέζω και μαλάσσω μια μάζα από ζύμη ώστε να γίνει ένα ομογενές σώμα και να είναι έτοιμη για να πλάσω από αυτήν ψωμί, γλυκίσματα κλπ
- πιέζω με τα χέρια μου μια μάζα από διαφορετικά υλικά ώστε να σχηματιστεί ενα ομογενές κατά το δυνατόν μείγμα
영어로
이 단어에 대해 이야기하기 "ζυμώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%85%CE%BC%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. ζυμώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%85%CE%BC%CF%8E%CE%BD%CF%89 "ζυμώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%85%CE%BC%CF%8E%CE%BD%CF%89.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {ζυμώνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%85%CE%BC%CF%8E%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}