ζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ζω
- ˈzo
Where it comes from
ζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ζῶ, συνηρημένη μορφή του ζώω/ζήω
verb ζω · ζούσα · ζήσω · έζησα
- βρίσκομαι στη ζωή, διατηρούμαι στη ζωή
- διαρκώ
- κατοικώ, διαμένω Πού ζεις τώρα;
- εξοικονομώ τα απαραίτητα για τη ζωή Με τέτοιο μισθό ζει πλουσιοπάροχα.
- κινούμαι σε συγκεκριμένα (πραγματικά ή φανταστικά) πλαίσια Ζει σε μια πλάνη.
- επιμένω σε ορισμένα πρότυπα ή τρόπους σκέψεις Κάνει σα να ζούμε στο Μεσαίωνα!
- περνώ τη ζωή μου με ορισμένο τρόπο Ζούσαν με λιτότητα.
- βιώνω, αποκτώ εμπειρίες Μαζί σου ζω ό,τι έψαχνα.
- συντηρώ κάποιον, στηρίζοντάς τον οικονομικά Από μένα περιμένει να τη ζήσω.
noun ζω
- ο πρώτος από τους εφτά φθόγγους της βυζαντινής μουσικής κλίμακας που αντιστοιχεί στο σι της ευρωπαϊκής
In English
- live be alive
Talk about this word "ζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026. ζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%89 "ζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-06}
}