ζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ζω

  • ˈzo

Where it comes from

ζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ζῶ, συνηρημένη μορφή του ζώω/ζήω

verb ζω · ζούσα · ζήσω · έζησα

  1. βρίσκομαι στη ζωή, διατηρούμαι στη ζωή
  2. διαρκώ
  3. κατοικώ, διαμένω Πού ζεις τώρα;
  4. εξοικονομώ τα απαραίτητα για τη ζωή Με τέτοιο μισθό ζει πλουσιοπάροχα.
  5. κινούμαι σε συγκεκριμένα (πραγματικά ή φανταστικά) πλαίσια Ζει σε μια πλάνη.
  6. επιμένω σε ορισμένα πρότυπα ή τρόπους σκέψεις Κάνει σα να ζούμε στο Μεσαίωνα!
  7. περνώ τη ζωή μου με ορισμένο τρόπο Ζούσαν με λιτότητα.
  8. βιώνω, αποκτώ εμπειρίες Μαζί σου ζω ό,τι έψαχνα.
  9. συντηρώ κάποιον, στηρίζοντάς τον οικονομικά Από μένα περιμένει να τη ζήσω.

noun ζω

  1. βυζαντινή μουσική ο πρώτος από τους εφτά φθόγγους της βυζαντινής μουσικής κλίμακας που αντιστοιχεί στο σι της ευρωπαϊκής

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%89. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%89

Chicago

"ζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-06}
}