ζωγράφος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ζωγράφος¹

  • zoˈɣɾa.fos

Where it comes from

ζωγράφος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ζωγράφος

noun ζωγράφος · ζωγράφοι · ζωγράφου · ζωγράφων · ζωγράφο · ζωγράφους

  1. ζωγραφική, επάγγελμα καλλιτέχνης που ζωγραφίζει, ασχολείται με τη ζωγραφική ※ από τον 12ο αιώνα και εξής οι ζωγράφοι εμπνέονται επίσης από άλλα λειτουργικά κείμενα ή από τα Απόκρυφα Ευαγγέλια. Αλλά και οι ίδιοι επινοούν και καθιερώνουν ορισμένα εικονογραφικά στοιχεία, τα οποία δεν αναφέρονται στις γνωστές πηγές, όπως η μορφή του στρατιώτη που κρατεί το σχοινί και αναδεικνύε

Ζωγράφος²

  • zoˈɣɾa.fos

Where it comes from

Ζωγράφος < επάγγελμα ζωγράφος

proper noun Ζωγράφος · Ζωγράφοι · Ζωγράφου · Ζωγράφων · Ζωγράφο · Ζωγράφους

  1. ανδρικό όνομα
  2. ανδρικό επώνυμο
  3. dated, παρωχημένο προάστιο της Αθήνας

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ζωγράφος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%89%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ζωγράφος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%89%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82

Chicago

"ζωγράφος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%89%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ζωγράφος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%89%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}