ζωγραφικός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ζωγραφικός

  • zo.γɾa.fiˈkos

Where it comes from

ζωγραφικός < ζωγραφική + -ός < (ελληνιστική κοινή) (ενν. τέχνη) < αρχαία ελληνική ζωγραφικός < ζωγράφος < ζωή + γράφω

adjective ζωγραφικός · ζωγραφική · ζωγραφικό · ζωγραφικού · ζωγραφικής

  1. που έχει σχέση με τη ζωγραφική ή αναφέρεται σ’ αυτή ※ Σε όλες τις προσπάθειές του παραμένει εξπρεσιονιστής, που όχι μόνο σχεδιάζει με χρώμα, αλλά και κατορθώνει να μεταφέρει στη ζωγραφική επιφάνεια όλο τον εσωτερικό χαρακτήρα και το εκφραστικό περιεχόμενο του χρώματος, χωρίς να θυσιάζει την οπτική πραγματικότητα. (Δώρα Κομίνη-Διαλέτη, Λεξικό Ελλήνων
  2. ουσιαστικοποιημένο ζωγραφική

Talk about this word

Cite this
MLA

"ζωγραφικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%89%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ζωγραφικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%89%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"ζωγραφικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%89%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ζωγραφικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%89%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}