ζωοφιλία

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ζωοφιλία

  • zo.o.fiˈli.a

Where it comes from

ζωοφιλία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική zoophilie < γερμανική Zoophilie < νεολατινική zoophilia < αρχαία ελληνική ζῷον + φίλος, ζωο- + -φιλία

:* ο όρος επινοήθηκε στα 1886 από τον Richard von Krafft-Ebing στο βιβλίο του Psychopathia Sexualis

noun ζωοφιλία · ζωοφιλίες · ζωοφιλίας · ζωοφιλιών

  1. η συνήθης χρήση: η αγάπη και το έμπρακτο ενδιαφέρον για τα ζώα άλλες μορφές: φιλοζωία
  2. ως μετάφραση του zoophilia: (ψυχιατρική) σεξουαλική έλξη (παραφιλία) που εκδηλώνεται ως ασυνήθιστο ενδιαφέρον (ενίοτε και σεξουαλικό) προς τα ζώα ※ Κτηνοβασία ἢ ζωοφιλία (κατά τινας σοδομία) καλεῖται ἡ τοῦ γενετησίου αἰσθήματος διαστροφή, καθ' ἣν ἐπιζητεῖται ἡ μετά κτηνών αφροδίσιος συνομιλία (Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Κοσμολογία-Λεπτοκαρυών, εκδότης Βίκτωρ Δούσμανης, 1931, σελ. 311)

In English

  • zoophilia sexual attraction to or interaction with animals

Talk about this word

Cite this
MLA

"ζωοφιλία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%89%CE%BF%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ζωοφιλία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%89%CE%BF%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%B1

Chicago

"ζωοφιλία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%89%CE%BF%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ζωοφιλία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%89%CE%BF%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}