मिकविन

ζύμη

Ελληνικά · पर्यायवाची और विलोम

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

ζύμη

  • ˈzi.mi

यह कहाँ से आया

ζύμη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ζύμη < ζέω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *yes- (βράζω, αφρίζω)

संज्ञा ζύμη · ζύμες · ζύμης · ζυμών

  1. γαστρονομία κάθε μείγμα που περιέχει κυρίως αλεύρι και νερό ※ Οι ψεύτικοι Έλληνες, με την ανατροφή αυτή, θα γίνουν Έλληνες αληθινοί, ― άνθρωποι, γιατί έχουν τη ζύμη για να γίνουν, μα τους λείπει η ανατροφή. (Ίων Δραγούμης, Ο ευγενικώτερα πολιτισμένος λαός, 1907)

    मिलते-जुलते: ζυμάρι

  2. plural normally, βιολογία, συνήθως στον πληθυντικό ζυμομύκητας

अंग्रेज़ी में

  • yeast fungus
  • dough mix of flour and other ingredients

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"ζύμη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%8D%CE%BC%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ζύμη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%8D%CE%BC%CE%B7

Chicago

"ζύμη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%8D%CE%BC%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ζύμη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%8D%CE%BC%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}