ζώνη
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ζώνη¹
- ˈzo.ni
Where it comes from
ζώνη < κληρονομημένο από την αρχαία ελληνική ζώνη < ζώννυμι
:* για σύγχρονους όρους τεχνολογίας < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλικά zone, γαλλική zone, γερμανική Zone < αρχαία ελληνική ζώνη
noun ζώνη · ζώνες · ζώνης · ζωνών
- δερμάτινη (ή κι από άλλο υλικό) λωρίδα, την οποία τυλίγουμε γύρω από τη μέση μας, συνήθως για να συγκρατούμε τα ρούχα μας αλλά και για άλλους λόγους, όπως διακοσμητικούς, θεραπευτικούς
- οτιδήποτε μοιάζει με ζώνη ρούχου
- έπαθλο ή διακριτικό αθλητών πολεμικών τεχνών μαύρη ζώνη στο καράτε
- περιοχή στην οποία συμβαίνει ό,τι ορίζει ο επιθετικός προσδιορισμός εμπόλεμη ζώνη
- χρονική περίοδος διαφημιστική ζώνη
- → ζητούμενο λήμμα
Ζώνη²
Where it comes from
Ζώνη < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Ζώνη
- γυναικείο όνομα
proper noun Ζώνη · Zoni
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Ζώνης
proper noun Ζώνη
- γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Ζώνης
In English
Talk about this word "ζώνη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%8E%CE%BD%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. ζώνη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%8E%CE%BD%CE%B7 "ζώνη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%8E%CE%BD%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ζώνη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B6%CF%8E%CE%BD%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}