ηγούμενος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ηγούμενος¹

  • iˈɣu.me.nos

Where it comes from

ηγούμενος < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική ἡγούμενος < αρχαία ελληνική ἡγούμενος, μετοχή ενεστώτα του μεσοπαθητικού ρήματος ἡγοῦμαι (ἡγέομαι) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *seh₂g-

verb ηγούμενος · ηγούμενη · ηγούμενο · ηγούμενου · ηγούμενης

  1. μετοχή ενεστώτα του παθητικού ρήματος ηγούμαι: που ηγείται, ο αρχηγός (+ γενική) ο Πελοπίδας, ηγούμενος του Ιερού Λόχου, κατατρόπωσε τους Σπαρτιάτες

noun ηγούμενος · ηγούμενη · ηγούμενο · ηγούμενου · ηγούμενης

  1. χριστιανισμός ο ανώτερος από τους μοναχούς μιας μονής, αυτός που ασκεί τη διοίκηση και την πνευματική εποπτεία στο μοναστήρι

Ηγούμενος²

Where it comes from

Ηγούμενος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Ηγούμενος · Ηγούμενου · Igoumenos

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ηγούμενος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ηγούμενος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82

Chicago

"ηγούμενος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ηγούμενος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}