ηδονή

Ελληνικά

AI Kwa maneno rahisi

Inaandika maelezo mafupi…

Imeandikwa na AI wa nyumbani kutokana na kipengele kilicho hapa chini, kwa lugha yako. Chanzo ni kipengele chenyewe.

ηδονή¹

  • i.ðoˈni

Limetoka wapi

ηδονή < αρχαία ελληνική ἡδονή < ἥδομαι < πρωτοελληνική *hwā́domai < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sweh₂d- (γλυκός)

nomino ηδονή · ηδονές · ηδονής · ηδονών

  1. η ιδιαίτερα έντονη απόλαυση των αισθήσεων κατά τη διάρκεια της ικανοποίησης ενστίκτων, κυρίως της γενετήσιας ορμής ※ Το θέμα της ηδονής, πνευματικής και σαρκικής, απασχολεί τη φιλοσοφική σκέψη από την αρχαιότητα. (Χ. Λ. Καράογλου, Εκτός ορίων, 2+1 κείμενα για τον Καβάφη, εκδ. University Studio Press, 2000, σελ. 28)
  2. general, γενικότερα η έντονη ευχαρίστηση που αισθανόμαστε ψυχικά, διανοητικά ή ηθικά από την επετέλεση ορισμένεων ενεργειών

Ηδονή²

Limetoka wapi

Ηδονή < → λείπει η ετυμολογία

nomino ya pekee Ηδονή

  1. γυναικείο όνομα

Kwa Kiingereza

Zungumza kuhusu neno hili

Nukuu
MLA

"ηδονή." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B4%CE%BF%CE%BD%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ηδονή. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B4%CE%BF%CE%BD%CE%AE

Chicago

"ηδονή." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B4%CE%BF%CE%BD%CE%AE.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ηδονή},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B7%CE%B4%CE%BF%CE%BD%CE%AE},
  urldate = {2026-11-07}
}